ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ :

Ο Μητρούδης και το απίστευτο παρασκήνιο της μεταγραφής Γιαννάκη

Ο Μητρούδης και το απίστευτο παρασκήνιο της μεταγραφής Γιαννάκη

Ο παράγοντας των κίτρινων καταγράφει στο βιβλίο του όλα όσα συνέβησαν για να ολοκληρωθεί η μεταγραφή του αιώνα στο ελληνικό μπάσκετ

Ο Θεόφιλος Μητρούδης έζησε από πολλά πόστα με κορυφαίο αυτό του προέδρου την άνοδο και την πτώση της μπασκετικής αυτοκρατορίας του Άρη και στο βιβλίο του αποκαλύπτει άγωνστες λεπτομέρειες και πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες γι' αυτή.

 

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες αφορούν τη μεταγραφή του Παναγιώτη Γιαννάκη από τον Ιωνικό Νίκαιας στον Άρη που άλλαξε τις ισορροπίες στο ελληνικό μπάσκετ.

 

Το metrosport.gr προδημοσιεύει την ιστορία αυτή που αποτελεί κεφάλαιο του Αυτοκρατορία, η άνοδος και η πρώτη από την πίσω πλευρά του φεγγαριού»

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ - Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

 

Είναι Μάιος του 1984. Είμαι στο γραφείο μου στην αντιπροσωπεία της BMW, Βασιλίσσης Όλγας 188, στη Θεσσαλονίκη. Δέχομαι μια απρόσμενη επίσκεψη. Είναι ο φίλος μου ο Σάκης Παπαβασιλείου, που είχα να τον δω καιρό. Σκοπός της επίσκεψής του είναι να μου προτείνει να συμμετάσχω στη νέα διοίκηση που ετοίμαζε ο Χρήστος Μιχαηλίδης για τον Αθλητικό Σύλλογο Άρης.

 

Ο Χρήστος ήταν ήδη πρόεδρος από την προηγούμενη χρονιά. Αφού έκλεισε την πρώτη του θητεία, έστειλε το εξής μήνυμα στους συνεργάτες του: 

 

«Για να συνεχίσω», τους είπε, «θέλω διοικητική ενίσχυση. Βρείτε μου άτομα που να μπορούν να συμμετέχουν στα οικονομικά. Αλλιώς θα φύγω, δεν μπορώ να σηκώσω το βάρος μόνος μου».

 

Τα μέλη της διοίκησης του Μιχαηλίδη ανασυντάχθηκαν. Έψαχναν να βρουν τα άτομα που αναζητούσε ο Χρήστος. Τα βρήκαν, λοιπόν, στο πρόσωπο το δικό μου και του Γιάννη Μπουτάρη. Συμπτωματικά, με τον Γιάννη ήμασταν και φίλοι. Η απάντηση και των δυο μας ήταν η ίδια. Λες και ήμασταν συνεννοημένοι. Αν θα έμπαινε στη διοίκηση ο ένας, θα έμπαινε και ο άλλος. Έτσι μπήκαμε και οι δύο.

 

Είναι παραμονές που κλείνει ο κύκλος των μεταγραφών των καλαθοσφαιριστών. Ο Άρης δεν έχει προχωρήσει σε καμία μεταγραφή. Εκείνο το απόγευμα είμαστε μαζεμένοι στα γραφεία του συλλόγου, δίπλα στο γήπεδο ποδοσφαίρου, στου Χαριλάου. Είμαι παράγοντας ενός μηνός. Παρακολουθώ τις συζητήσεις, δεν μιλάω και ακούω. Χτυπάει την πόρτα και μπαίνει στην αίθουσα ο πρόεδρος του συνδέσμου ΣΦΑΧ, ο Γιάννης Καφτεράνης. Κρατάει στα χέρια του εκατό χιλιάδες δραχμές και απευθύνεται στον Χρήστο Μιχαηλίδη: 

 

«Πρόεδρε», του λέει, «τα χρήματα αυτά είναι οι οικο­νομίες μας. Θέλουμε και εμείς να συμμετάσχουμε στην προσπάθεια για τη μεταγραφή του Παναγιώτη Γιαννάκη».

 

Ο πρόεδρος τον ευχαριστεί και του λέει ότι είναι πολύ συγκινητικό εκ μέρους τους. Ο Καφτεράνης φεύγει. Τότε ο Μιχαηλίδης απευθύνεται σε εμάς και μας λέει: 

 

«Αγαπητοί μου φίλοι, όπως καταλαβαίνετε, είναι αδύνατον να μπούμε σ’ αυτήν τη μεταγραφή. Τα χρήματα αυτά θα μας βοηθήσουν σε άλλους τομείς». 

 

Μας καληνυχτίζει και φεύγει. Έχουμε μείνει στην αίθουσα μόνοι μας ο Γιάννης Ιωαννίδης κι εγώ. Έχουν φύγει όλοι. Τότε ο Γιάννης με κοιτάει στα μάτια και μου λέει: 

 

«Άκου να σου πω εσένα κάτι. Σ’ αυτήν την πόλη δεν χωρούν δύο βασιλιάδες. Βλέπεις τι γίνεται στον ΠΑΟΚ. Οργιάζουν οι μεταγραφές. Αν θέλεις να είναι ο Άρης ο βασιλιάς, σύρε και φέρε τον Παναγιώτη Γιαννάκη». 

 

Κατάλαβε κάτι ο Γιάννης; Κατάλαβε ότι εγώ μπορώ; Ή μήπως ήταν άραγε παρόρμηση της στιγμής;

 

Τα λόγια του Γιάννη, βελονιές στο μυαλό μου. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Το πρωί τα βήματά μου με οδηγούν κατευθείαν στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης. Η πρώτη μου ενέργεια είναι να τηλεφωνήσω στον Γιάννη Μπουτάρη. 

 

«Γιάννη», του λέω, «φεύγω για την Αθήνα, για να προσπαθήσω για τη μεταγραφή του Παναγιώτη Γιαννάκη». 

 

«Θεόφιλε, είμαι μαζί σου. Προχώρα», μου απαντά. 

 

Του ζητάω για το σκοπό αυτόν να μου δώσει δέκα εκατομμύρια δραχμές. 

 

«Δεν έχω τώρα», μου αποκρίνεται. «Βάλ’ τα εσύ και θα σου τα δώσω».

 

Ο Μπουτάρης, όμως, μου προσφέρει μια εξυπηρέτηση. Το σπίτι του στο Κολωνάκι, για να μείνω το βράδυ. Για να είμαστε μαζί και να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Μου λέει και τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού του για να μπορέσω να τον βρω. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Αμέσως μετά τηλεφωνώ στον πρόεδρο, τον Χρήστο Μιχαηλίδη. Τον ενημερώνω για την απόφασή μας με τον Μπουτάρη και τον ρωτάω αν θα συμμετέχει. 

 

«Είμαι μαζί σας», μου λέει. 

 

Ζητάω και από τον Χρήστο δέκα εκατομμύρια δραχμές. 

 

«Δεν έχω τώρα», λέει και εκείνος. «Βάλ’ τα εσύ και θα σου τα δώσω».

 

Μπαίνω στο αεροπλάνο. Έχω δύο «ναι» και δύο… υποσχετικές. Έχω επίσης και μια τρίτη υποσχετική. Είναι του Κίμωνα Κουλούρη, που μας είπε ότι, εάν τελειώσουμε τη μεταγραφή, θα μας δώσει οικονομική ενίσχυση είκοσι εκατομμυρίων δραχμών. Εγώ, όμως, πρέπει να βρω τριάντα εκατομμύρια δραχμές μετρητά! Η προσπάθεια για τη μεταγραφή του Παναγιώτη Γιαννάκη έχει ξεκινήσει!

 

Αποβιβάζομαι στο αεροδρόμιο των Αθηνών. Η πρώτη μου στάση είναι στα κεντρικά γραφεία της BMW, στην οδό Συγγρού. Στο σπίτι μου, δηλαδή. Ζητάω από τον πρόεδρο της BMW, τον Γεώργιο Μπαλή, και μου φέρνουν μία βαλίτσα με τριάντα εκατομμύρια δραχμές μετρητά.

 

Η δεύτερη στάση μου είναι στα γραφεία της SKODA, στην οδό Συγγρού, λίγο παραπάνω, δεξιά. Στο δεύτερο σπίτι μου, δηλαδή. Εκεί βρίσκω τον Σταύρο Μπαλή. Έναν από τους ιδιοκτήτες της εταιρίας και αδερφό του Γιώργου Μπαλή της BMW. Ο Σταύρος έχει πολλές γνωριμίες στη Νέα Ιωνία, στο χώρο της ΑΕΚ, και γενικότερα στα αθλητικά κυκλώματα της Αθήνας. Του ζητάω να μου βρει τον Παναγιώτη Γιαννάκη. 

 

«Ξέρω ότι κάπου τον κρύβουν», του λέω. 

 

Του δίνω το τηλέφωνο του σπιτιού του Μπουτάρη και φεύγω.

 

Αρχίζω να περιφέρομαι στην Αθήνα. Ψάχνω να βρω ποιος εί­ναι ο ισχυρός άντρας στον Ιωνικό Νίκαιας, στην ομάδα του Παναγιώτη Γιαννάκη δηλαδή, για να πάω να του μιλήσω. Με τον ίδιο τον Παναγιώτη ούτε έχω μιλήσει, ούτε ξέρω πού είναι, ούτε και τις προθέσεις του. Το μόνο που ξέρω εί­ναι ότι τον κρύβει ο Παναθηναϊκός, μάλλον μέσα σ’ ένα κό­τερο. Επίσης, ξέρω ότι άνθρωποι του Ιωνικού με μπροστάρη τον Δημήτρη Μελισσανίδη έχουν συμφωνήσει με την ΑΕΚ.

 

Στην Αθήνα βρίσκεται εκείνη την ημέρα ο Μιχάλης Μπανιώρας. Μέλος της διοίκησής μας. Έχει κατέβει για κάποια άλλα θέματα που αφορούσαν το σύλλογο. Μιλάω μαζί του. Με ενημερώνει ότι ο ισχυρός άντρας που αποφασίζει στον Ιωνικό είναι ο Μιχάλης Σπανός. Μου κλείνει ραντεβού μαζί του το ίδιο απόγευμα και πάμε μαζί με τον Μιχάλη να τον βρούμε.

 

Μπαίνουμε στο γραφείο του Μιχάλη Σπανού με τη βαλίτσα στα χέρια. Μας καλοδέχεται και μας ακούει. Του εξηγούμε το λόγο που είμαστε εκεί και του δείχνουμε τη βαλίτσα με τα χρήματα. Με τον τρόπο μας του δηλώνουμε ότι είμαστε αποφασισμένοι να τελειώσουμε τη μεταγραφή.

 

Ο Σπανός τότε ανοίγει το χρηματοκιβώτιό του και μας δείχνει έναν πακτωλό χρημάτων. Απευθύνεται σε μένα και μου λέει: 

 

«Θεσσαλονικιέ, λεφτά έχουμε, δεν θέλουμε άλλα. Τον Παναγιώτη δεν τον πουλάμε». 

 

Είναι ξεκάθαρος, λιγομίλητος και στεγνός.

 

Προσπαθώ προτού φύγουμε να κρατήσω την επαφή μαζί του. Δεν θέλω να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Μια τακτική είναι να μην καταθέτεις εύκολα τα όπλα. Του λέω λοιπόν: 

 

«Κύριε Σπανέ, σας έχω καταλάβει. Δουλειά δεν πρόκειται να κάνουμε. Αφού, όμως, κατεβήκαμε στην Αθήνα, θα μας πάτε το βράδυ στα μπουζούκια;» 

 

«Πολύ ευχαρίστως», μου απαντά και κλείνει αμέσως τραπέζι σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές, όπου εμφανίζεται ο Γιάννης Φλωρινιώτης.

 

Δίνουμε ραντεβού τα μεσάνυχτα σε αυτό το μαγαζί και φεύγουμε από το γραφείο του.

 

Πηγαίνουμε προς το σπίτι του Μπουτάρη στο Κολωνάκι με τα αυτιά στο πάτωμα. Εκεί μας περιμένουν εκτός από τον Γιάννη, ο Χρήστος Μιχαηλίδης, ο Στέργιος Μπουσβάρος, γενικός γραμματέας της διοίκησης, ο Γιάννης Ιωαν­νίδης, ο Αντρέας Μαντόπουλος, έφορος του τμήματος Μπάσκετ, και ο Φάνης Ταρνατώρος. Κατέβηκαν όλοι για να βοηθήσουν στη μεταγραφή. Και πολύ καλά έκαναν.

 

Είμαστε όλοι σκυθρωποί και στενοχωρημένοι. Δεν μιλάει κανείς. Τότε ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει ο Μπουτάρης. 

 

«Τον κύριο Μητρούδη μού δίνετε, παρακαλώ;» ακούγεται μια φωνή από την άλλη γραμμή.

 

Ο Γιάννης με κοιτάει. Ποιος μπορεί να με βρήκε εκεί; Είχα ξεχάσει ότι είχα δώσει τον αριθμό τηλεφώνου στον Σταύρο Μπαλή. Παίρνω το ακουστικό στα χέρια μου και απαντώ. 

 

«Έλα, κύριε Μητρούδη», μου αποκρίνεται η φωνή από την άλλη πλευρά της γραμμής, «ο Αντώνης ο Κοσένας είμαι, ο κουμπάρος του Παναγιώτη Γιαννάκη. Ο Παναγιώτης είναι δίπλα μου και θέλει να σας μιλήσει».

 

Μετά την αρχική έκπληξή μου μιλάω με τον Παναγιώτη στο τηλέφωνο και του δίνω ραντεβού στο σπίτι του Μπουτάρη. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης έρχεται. Ο Σταύρος Μπαλής έκανε καλά τη δουλειά του. Καμιά φορά από εκεί που δεν το περιμένεις έρχεται το θαύμα.

 

Η εικόνα στο σαλόνι του σπιτιού του Γιάννη αλλάζει τελείως. Δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς, η χαρά δεν μας αφήνει. Ο Γιάννης Ιωαννίδης παίρνει ένα μάτσο λεφτά από τη βαλίτσα και τα πετάει στον αέρα. Κινδυνεύουν να φύγουν στο δρόμο από το παράθυρο. Και είμαστε στο ρετιρέ. Πού να προλάβεις να κατέβεις; Μαζεύουμε τα χιλιάρικα από το πάτωμα. Όλοι χοροπηδάμε, όλοι γελάμε. Πλησιάζει η ώρα μιας μεγάλης συνάντησης.

 

Φτάνει ο Γιαννάκης μαζί με τον Αντώνη Κοσένα. Ανεβαίνουν στο σπίτι, όπου τον περιμένουμε ο Γιάννης Μπουτάρης, ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και εγώ. Όλοι οι άλλοι έχουν κατέβει κάτω. Δεν χωράμε όλοι στο σαλόνι του σπιτιού. Κάθονται στο πεζοδρόμιο, περιμένουν και αγωνιούν. Αγωνιούν για τη μεγάλη μεταγραφή.

 

Με τον Παναγιώτη συζητάμε και συμφωνούμε σε όλα. Μεγάλος σύμμαχος τα χρήματα σε μετρητά που διαθέτουμε. Ο Παναγιώτης παίρνει το πριμ της μεταγραφής του: επτά εκατομμύρια δραχμές. Μαζί παίρνει και ένα αυτοκίνητο Renault, δώρο από μένα. Υπογράφει την ίδια στιγμή δελτίο στον Άρη. Αυτό μπαίνει αμέσως στην τσέπη του γενικού γραμματέα, Στέργιου Μπουσβάρου. Ο αθλητής φεύγει αμέσως για τη Θεσσαλονίκη, οδικώς με το αυτοκίνητο του Μιχάλη Μπανιώρα. Ένα Renault 5, μπλε. Τον συνοδεύουν ο Μιχάλης Μπανιώρας και ο Φάνης Ταρνατώρος. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης, προτού φύγει από το σπίτι του Μπουτάρη, γυρνάει, με κοιτάει στα μάτια και μου λέει: 

 

«Κύριε Μητρούδη, εγώ σας εμπιστεύομαι και φεύγω για τη Θεσσαλονίκη. Θέλω, όμως, να παίξω. Σας παρακαλώ, τελειώστε τη μεταγραφή».

 

Του το υποσχέθηκα μέσα από την ψυχή μου. Η μεταγραφή δεν είχε τελειώσει. Είχε αρχίσει, όμως, να κτίζεται. Αυτό έγινε ένα βράδυ καλοκαιριού, στο σπίτι του Μπουτάρη στο Κολωνάκι. Η καρδιά του Άρη χτύπαγε στο κέντρο της Αθήνας. 

 

Οι δημιουργοί, οι πρωταγωνιστές του κτισίματος της μεγάλης ομάδας ήμασταν όλοι εκεί.

 

Ο Μιχάλης Σπανός, ανυποψίαστος, μας περιμένει το βράδυ στα μπουζούκια. Η διάθεσή μας, όμως, έχει αλλάξει πολύ. Εμείς είμαστε τώρα καβάλα στο άλογο. Έρχονται μαζί μου στο κέντρο διασκέδασης ο Γιάννης Ιωαννίδης και ο Στέργιος Μπουσβάρος. Ο Μιχάλης Σπανός μάς περιμένει ήδη εκεί. 

 

Καθόμαστε στο πρώτο τραπέζι στην πίστα. Στο διπλανό ακριβώς τραπέζι είναι ο Δημήτρης Μελισσανίδης μαζί με τους ανθρώπους της ΑΕΚ. Εμείς έχουμε το δελτίο του Παναγιώτη Γιαννάκη στην τσέπη του Στέργιου και δίπλα έχουν, στη δική τους τσέπη, τις επιταγές της ΑΕΚ του κυρίου Τέρη Παναγίδη από την Κύπρο. Με πλησιάζει, θυμάμαι, ο Δημοσθένης Πασχαλίδης, παράγοντας της ΑΕΚ, και μου λέει στο αυτί: 

 

«Εμείς, κύριε Μητρούδη, παλεύουμε για τον παίκτη, ενώ τον κρύβει ο Παναθηναϊκός σε ένα κότερο». 

 

«Ναι», του λέω εγώ και χαμογελάω. 

 

Δούλευε ο ένας τον άλλον!

 

Ο Μιχάλης Σπανός κάθεται δίπλα στον Γιάννη Ιωαννίδη. Εγώ κάθομαι κοντά τους. Τον ακούω που του λέει κάποια στιγμή: 

 

«Συγγνώμη, Γιάννη, που δεν μπορούμε να σας δώσουμε τον αθλητή».

 

«Δεν πειράζει», του απαντά ο Γιάννης. «Εμείς, Μιχάλη, ό,τι θέλουμε το παίρνουμε μόνοι μας!»

 

Η ώρα περνάει και οι χοροί καλά κρατούν. Το αστείο πρέπει κάπου εδώ να τελειώσει. Σηκώνομαι, παίρνω τον Μιχάλη Σπανό μαζί μου και βγαίνουμε έξω στο χολ. Εκεί του λέω όλη την αλήθεια. Πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα.

 

Ο Μιχάλης Σπανός χλωμιάζει. Δεν μπορεί να πιστέψει στα αυτιά του. Μένει, όμως, ψύχραιμος και γυρνάμε πίσω στην αίθουσα. Ενημερώνει αμέσως τον Δημήτρη Μελισσανίδη. Αυτός φωνάζει τον Στέργιο Μπουσβάρο και τον παρακαλεί να του δώσει πίσω το δελτίο. Του εξηγεί ότι ο Ιωνικός έχει συμφωνήσει τον παίκτη με την ΑΕΚ και ότι έχουν πάρει τα χρήματα. Όπως ήταν φυσικό, ο Στέργιος το αρνείται, αφού του εξηγεί ότι και τα δικά μας τα λεφτά την ίδια αξία έχουν. Έτσι, διαλύθηκε η σύναξη αυτή. Ξαφνικά, ο χώρος άδειασε.

 

Πήγα στο σπίτι του Γιάννη Μπουτάρη. Ήμουν μόνος μου. Ο Γιάννης ή νυχτοπερπατούσε ή σε κάποια φωλίτσα ήταν κρυμμένος και κούρνιαζε. Όπως ήταν φυσικό, όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν τα τηλεφωνήματα. Εμένα μου τηλεφωνούσε συνεχώς ο Μιχάλης Σπανός. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είχε καταλύσει στο σπίτι του Μιχαηλίδη. Του έκανε παρέα ο Βύρων Δασύλλας. Εκεί τον βρήκε και του τηλεφώνησε ο Δημήτρης Μελισσανίδης. Ήταν κουμπάροι. Μίλησαν μεταξύ τους και ο Παναγιώτης τού εξήγησε ότι κατέληξε στην απόφαση να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη.

 

Τον παρακάλεσε, μάλιστα, να βοηθήσει για να μπορέσει να γίνει χωρίς προβλήματα η μετα­γραφή. Ο Μελισσανίδης τού υποσχέθηκε ότι θα το κά­νει.

 

Το μεσημέρι κατεβαίνω στην πλατεία για να φάω. Εκεί βρίσκω συμπτωματικά τον Κίμωνα Κουλούρη. Στο διπλανό τραπέζι καθόταν, με τους συνεργάτες του. Τον πλησιά­ζω και τον ενημερώνω ότι μάλλον τελειώνουμε τη μεταγραφή. Τον ρωτάω αν θα βοηθήσει με την οικο­νομική ενίσχυση των είκοσι εκατομμυρίων δραχμών που μας υποσχέθηκε. Με κοιτάζει και μου απαντάει καταφατικά: 

 

«Τελειώστε εσείς και εγώ θα σας τα δώσω τα χρήματα».

 

Έχει γίνει απόγευμα. Είμαι στο σπίτι του Γιάννη και περιμένω τηλέφωνο από τον Ιωνικό. Περιμένω και τον Σεραφείμ Ερείνη, ειδικό γραμματέα της διοίκησης του συλλόγου, που έρχεται από τη Θεσσαλονίκη μαζί με τη σφραγίδα του Άρη. Κοντά μου κάθεται και με παρακολουθεί ο νέος την εποχή εκείνη δημοσιογράφος Δημήτρης Καρύδας. Είναι δίπλα μου συνεχώς. Οι φήμες λένε ότι τον έβαλε ο Γιάννης Ιωαννίδης, για να ενημερώνεται και να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Ποιος ξέρει άραγε; Μόνο ο ίδιος το ξέρει!

 

Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο πρόεδρος του Ιωνικού Νίκαιας, ο Λεωνίδας Ζυμαράκης. 

 

«Κύριε Μητρούδη», μου λέει με λόγο κοφτό και αυστηρό, «δεν πρόκειται να προχωρήσουμε μαζί σας στη μεταγρα­φή του αθλητή μας Παναγιώτη Γιαννάκη. Δεν θέλουμε να συναλλασσόμαστε με παράγοντες και συλλόγους που κλέβουν αθλητές χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου τους». 

 

Είναι έτοιμος να μου κλείσει το τηλέφωνο. Πρέπει να βρω γρήγορα κάτι για να του απαντήσω. Να μη σταματήσει η επικοινωνία εκεί. Τότε, η ατάκα μού έρχεται…

 

«Κύριε πρόεδρε», του λέω, «θα συμφωνούσα απόλυτα ότι έχετε όλο το δίκιο, εάν και εσείς μας αντιμετωπίζατε με σοβαρότητα και σεβασμό». 

 

«Τι θέλετε να πείτε;» με ρωτάει. 

 

«Ήρθαμε εχθές να διαπραγματευτούμε τη μεταγραφή και εσείς μας είπατε διά στόματος Μιχάλη Σπανού ότι έχετε πολλά λεφτά και δεν πουλάτε τον παίκτη», του απαντάω εγώ. «Μάθαμε, όμως, ότι τον παίκτη τον έχετε πουλήσει ήδη στην ΑΕΚ και έχετε πάρει και τις επιταγές. Κύριε πρόεδρε, έχουμε και εμείς λόγο. Έχουμε και εμείς λαό. Πρέπει να το σεβαστείτε αυτό. Ο παίκτης θα πάει εκεί απ’ όπου θα πάρετε τα περισσότερα χρήματα και όχι εκεί όπου θέλουν μερικοί». 

 

Από την άλλη μεριά της γραμμής, σιωπή μερικών δευτερολέπτων. Μετά ο Λεωνίδας Ζυμαράκης μονολογεί ρωτώντας:

 

«Έτσι έχουν τα πράγματα; Κλείστε και θα σας τηλεφωνήσω ξανά σε λίγο».

 

Προφανώς ήθελε να ενημερωθεί από τους συνεργάτες του. Τότε γυρνάει ο Δημήτρης Καρύδας που άκουγε τη συνδιάλεξη και με ρωτάει:

 

«Κύριε Μητρούδη, πόσων ετών παράγοντας είστε;» 

 

«Ενός μηνός», του απαντάω εγώ. 

 

Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Είναι πάλι ο πρόεδρος του Ιωνικού και μου λέει: 

 

«Κύριε Μητρούδη, ελάτε τώρα στα γραφεία του Ιωνικού στη Νίκαια να συζητήσουμε τη μεταγραφή. Είμαστε όλοι εδώ και σας περιμένουμε». 

 

Φεύγουμε κατευθείαν για τη Νίκαια. Ο Γιάννης Μπουτάρης, ο Σεραφείμ Ερείνης, εγώ και η σφραγίδα του συλλόγου. Μαζί μας έρχεται και το νεογνό της δημοσιογρα­φίας, ο Δημήτρης Καρύδας, ο οποίος παρακολουθεί τα πάντα από κοντά. Η μεταγραφή τότε ξεκίνησε.

 

Φτάνουμε στη Νίκαια. Είμαστε κάτω από τα γραφεία του Ιωνικού. Εκεί γίνεται ένας χαμός. Πολύς κόσμος, συγκεντρωμένος στο δρόμο. Μας βρίζουν. Μας απειλούν ότι θα μας σκοτώσουν. Εμείς ανεβαίνουμε επάνω, στα γραφεία του Ιωνικού, για να σωθούμε. Αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Είναι όλοι τους παρόντες. Από την άλλη μεριά, στη Θεσσαλονίκη, επάνω από το τηλέφωνο στο σύλλογο περιμένουν ο Γιάννης Ιωαννίδης μαζί με τον πρόεδρο. 

 

Οι απαιτήσεις του Ιωνικού ανέβαιναν συνεχώς. Ζητούσαν όλο και πιο πολλά χρήματα. Ζητούσαν αθλητές του μπάσκετ, ζητούσαν ποδοσφαιριστές. Το έργο τραβούσε μακριά. Κουραστήκαμε. Ο Μπουτάρης ήθελε να τους παρατήσουμε και να φύγουμε. 

 

«Γιάννη, κάνε λίγο υπομονή», του έλεγα. 

 

Ο Καρύδας ήταν ακόμη έξω και περίμενε να στείλει την είδηση στις εφημερίδες. Ο Χρήστος Μιχαηλίδης είχε πάρει ήδη τον Παναγιώτη Γιαννάκη και τον έδειχνε σε κοσμικά κέντρα της πόλης. Ο κόσμος παραληρούσε. Όλη η πόλη ζούσε μια μεγάλη χαρά στο ρυθμό αυτής της μεταγραφής. Η συμφωνία τελικά ολοκληρώθηκε στις τέσσερις το πρωί.

 

Σαράντα εκατομμύρια δραχμές ήταν το τίμημα. Ένας μπασκετμπολίστας του Άρη, ο Νίκος Γεωργιάδης, και δύο ποδοσφαιριστές που πήρε ο Φάνης Ταρνατώρος από τον Α.Σ. Πέρα Θεσσαλονίκης, για να ενισχυθεί η ποδοσφαιρική τους ομάδα. Την άλλη μέρα το πρωί έγραφε η εφημερίδα  Το ΦΩΣ των ΣΠΟΡ: «ΕΚΛΕΙΣΕ Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ».

 

Η «Αυτοκρατορία» εκείνη τη στιγμή άρχισε να χτίζε­ται: Νίκος Γκάλης, ο Θεός. Παναγιώτης Γιαννάκης, ο Τιτάνας. Το καλύτερο δίδυμο που πέρασε από την ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Κανένας μας δεν είχε καταλάβει ακόμα τι κάναμε. Μόνον ο Γιάννης Ιωαννίδης το κατάλαβε. Αυτός που μου τρύπησε το μυαλό και με έστειλε στην Αθήνα, για να τελειώσω αυτήν τη μεταγραφή. Συγχαρητήρια, κύριε Ιωαννίδη. 

 

Την άλλη μέρα το απόγευμα επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη. Με περιμένει στο αεροδρόμιο μόνον ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Μου προσφέρει ένα τριαντάφυλλο. Δείγμα ευγνωμοσύνης. Κανείς άλλος δεν παρευρίσκεται. Ούτε φωτορεπόρτερ, ούτε δημοσιογράφος!

X